ἑφθός

ἑφθός, ή, όν, verb. Adj. of ἕψω,
A boiled, of meat or fish, Hdt.2.77, Hp.VM13, E.Cyc.246, Ar.Pax717, Ecphantid.1, Pl.R.404c, etc.; of vegetables, Antiph.6; of water, Arist.Mete.380b10; of a hot bath,

ἑφθόν [με] . . πεποίηκεν Antiph.245

.
2 ἑφθὸς χρυσός refined gold, Simon.64.
II metaph., languid, unnerved, Hp.Epid.4.16.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφθός — ἑφθός, ή, ὸν (Α) 1. (για κρέας ή ψάρια και για λαχανικά) μαγειρεμένος, βρασμένος 2. (για νερό) πολύ ζεστός, ζεματιστός 3. (για πολύτιμο μέταλλο) καθαρός, καλός 4. χαλαρός, εξασθενημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ἑψ τός (< ἕψω) με μετατροπή τών π (τού ψ) …   Dictionary of Greek

  • ἑφθός — boiled masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθά — ἑφθός boiled neut nom/voc/acc pl ἑφθά̱ , ἑφθός boiled fem nom/voc/acc dual ἑφθά̱ , ἑφθός boiled fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὑφθός — ἑφθός , ἑφθός boiled masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθῶν — ἑφθός boiled fem gen pl ἑφθός boiled masc/neut gen pl ἑφθόω roast pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἑφθόω roast pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἑφθόω roast pres part act masc nom sg ἑφθόω roast pres inf act (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθόν — ἑφθός boiled masc acc sg ἑφθός boiled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθαῖς — ἑφθός boiled fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθαί — ἑφθός boiled fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθοῖς — ἑφθός boiled masc/neut dat pl ἑφθόω roast pres opt act 2nd sg ἑφθόω roast pres subj act 2nd sg ἑφθόω roast pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθοῖσι — ἑφθός boiled masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἑφθόω roast pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἑφθόω roast pres subj act 3rd sg (epic) ἑφθόω roast pres ind act 3rd pl (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθοῖσιν — ἑφθός boiled masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἑφθόω roast pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἑφθόω roast pres subj act 3rd sg (epic) ἑφθόω roast pres ind act 3rd pl (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.